Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Εκνευριστικά καθημερινά πραγματάκια ...

1. Ξυπνάς το πρωί και η οδοντόκρεμα έχει τελειώσει.

2. Ανοίγεις την τηλεόραση και το πρώτο πράγμα που ακούς είναι ο Αυτιάς.

3. Το δεύτερο πράγμα που ακούς είναι ο Βερύκιος.

4. Ανοίγεις τον υπολογιστή και δεν έχεις ίντερνετ (εδώ βαράμε κρίση επιληψίας)

5. Ο υπολογιστής δεν κάνει καν τον κόπο να ανοίξει (εδώ γινόμαστε emo)

6. Βγαίνεις στην από το σπίτι και στην εξώπορτα βλέπεις μια μικρή στίβα από λογαριασμούς.

7. Οδηγείς και βρέχει και κατά συνέπεια δεν μπορείς να διακρίνεις τις λακούβες αφού οι τελευταίες έχουν καλυφθεί με νερό.

8. Ο Ολυμπιακός χάνει από την Καλαμαριά.

9. Βλέπεις τα όσα γίνονται και αισθάνεσαι μαλάκας που ψήφισες ΝΔ(όχι λόγω της διαφθοράς αλλά επειδή δεν σε φώναξαν να τον σφυρίξεις και εσύ λίγο στην 35χρονη).

10. Συνειδητοποιείς ότι είσαι ξύπνιος μέσα στα όνειρα κάποιων άλλων (γνωστό το τραγουδάκι από αρτέμη-ευθύμη)

.......

Αυτά για σήμερα μικρά τσόνια του διαδικτύου...

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2007

Η εκδίκηση του κάφρου... (Χριστουγεννιάτικη επάνοδος)







Church of Flying Spaghetti








Ήταν χαράματα Χριστουγέννων και ο Λάκης ήταν στην εκκλησία. Πολλά πράγματα δεν γούσταρε στην εκκλησία. Του καθόντουσαν στο λαιμό οι γιαγιάδες που από τους πολλούς τεμενάδες πάθαιναν λουμπάγκο, ο δίσκος που ερχόταν εκβιαστικά μπροστά του προκειμένου να καταθέσει τον φόρο της δεκάτης για ανύμπορους συνανθρώπους του τους οποίους δεν θα γνώριζε ποτέ ούτε θα είχε ποτέ κάποια απόδειξη ότι ο οβολός του έφτασε στον σωστό προορισμό, το σπρώξιμο που έπεφτε στην ώρα της θείας κοινωνίας (μεγάλο σόι αυτό γιατί κάθε κυριακή έχουμε και μία άλλη θεία κοινωνία), ο παππάς που μετά την λειτουργία θα την έπεφτε σε καμιά ανήλικη πιτσιρίκα ή θα έλιωνε σε καμιά τσόντα της Τζενούλας όπως επίσης και η υποτίμηση της νοημοσύνης του από νεκρούς που ανασταίνονταν, από ψάρια που πολλαπλασιάζονταν και απο ανθρώπους που άνοιγαν την θάλασσα στα δύο(πάντα με τη θεία χάρη συνεπικουρούμενη) για να τη διασχίσουν οι ομοεθενείς τους. Αλλά όσο και αν αυτός δεν δεχόταν όλα τα παραπάνω κάποιοι τα υπέμεναν αγόγγυχτα και άλλοι είχαν ήδη εξαρτηθεί ψυχικά από αυτά τα παράδοξα... Είχαν εξαρτηθεί ψυχικά γιατί κάποιος τους πούλαγε ελπίδα... Και η πώληση ελπίδας σε άτομα εξαντλημένα τόσο ψυχικά όσο και σωματικά, σε άτομα με ελάχιστη παιδεία, σε άτομα με ελάχιστες νοητικές αντιστάσεις ήταν πάντοτε μια προσοδοφόρα επιχείρηση. Πάντοτε για οδηγό του στη ζωή είχε τους στίχους του Παλαμά απο τον "Γκρεμιστή"..."Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, εγώ είμαι κι ο κτίστης, ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης...". Πίστευε και ο ίδιος στο δικό του Θεό...και τα είχε καλά μαζί του. Μία σχέση που δεν χρειαζόταν τη στάμπα κανενός "εκπροσώπου επί γης" Αλλά η δικιά του πίστη ήταν καθάρια σαν το ποταμίσιο νερό και σαν την πρωινή την αύρα. Κάθε άνθρωπος γνωρίζει τι είναι καλό και τι όχι,τί σωστό και τι λάθος. Το θέμα είναι αν θα το πράξει. Ο ίδιος ανατρίχιαζε στην ιδέα ότι κάποια στιγμή μπορεί να βρεθεί σε ανάγκη ή να αρρωστήσει και να καταλήξει σαν όλους αυτούς τους υπάνθρωπους που βρίσκονταν εκεί μέσα. Να καταλήξει πνευματικά ακέφαλος, ψυχικά δειλός, νοητικά καθοδηγούμενος...

Ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα και πήρε μια βαθιά ανάσα,
"Ένα όνειρο ήταν μόνο...Δόξα τω Θεό" σκέφτηκε.
Ποιον απ'όλους τους Θεούς να δοξάσει όμως?


Υ.Γ: Αφιερωμένο στην Κική...

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2007

Decadence Sureal


Τα Χριστούγεννα ήταν πάντα μια ευκαιρία για να ξαναβρεθούν και να θυμηθούν τα μαθητικά τους χρόνια. Ο Μήτσος, ο Κώστας και ο Νάσος ήταν φίλοι από το Λύκειο. Τώρα ο καθένας σπούδαζε σε διαφορετική πόλη αλλά όταν πλησίαζαν οι μέρες των Χριστουγέννων ξαναβρισκόντουσαν και πραγματικά ήταν σαν μην είχε περάσει ούτε μία στιγμή από τις σχολικές μέρες. Την τελευταία φορά που συναντήθηκαν αποφάσισαν μεταξύ ενός ρεψίματος του Κώστα που είχε προκληθεί από την αλόγιστη κατανάλωση αμνοεριφίων και μίας ογκώδους μπάλας σιέλου εκ του ιδίου ατόμου που σωριάστηκε στην άσφαλτο να πάνε σε ένα στριπτιτζάδικο προκειμένου να βιώσουν βαθιά της θρησκευτικές μέρες της καπιταλιστικής κοινωνίας... Μπαίνοντας στον οίκο της αχαλίνωτης σαρκικής απόλαυσης, Ο Μήτσος κι ο Κώστας αισθανόντουσαν σαν το δεύτερο τους σπίτι και η συμπεριφορά τους περιγραφόταν από την χαρακτηριστική εξοικείωση με τον χόρο η οποία συνοδευόταν από ιλαρά μειδιάματα καθε φορά που μία εντυπωσιακή παρουσία αλλοδαπής προελεύσεως δημιουργούσε θερμότητα δια της τριβής με τους γλουτούς της στους little generals που λένε και οι φίλοι μου οι αμερικανοί...

Ο Νάσος όμως δεν αισθανόταν άνετα... Ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει τί πήγε στραβά και τόσες ζωές πήγαιναν στράφι. Αναρωτιόταν συνεχώς αν αυτές οι κοπέλες έκαναν συνειδητά αυτό που γούσταραν ή αν είχαν πέσει θύματα των περιστάσεων. Κάθε φορά που πήγαινε σε κάποιο στριπ μπαρ καθόταν ανάμεσα στους φίλους του ώστε να αποφεύγει τα άψυχα κωλοτριψίματα από τις επαγγελματίες του είδους. Για αυτόν, τέτοιου είδους μέρη συνιστούσαν πιο πολύ κοινωνικό πειραματισμό παρά τρόπο διασκέδασης και γι'αυτό το λόγο μέσα του χαμογελούσε. Χαμογελούσε γιατί ενώ όλοι κοιτούσαν τα απόκρυφα της χορεύτριας (ο Θεός να την κάνει) εκείνος κοιτούσε την έκφραση του προσώπου της για να διακρίνει το κάτι παραπάνω, όταν οι φίλοι του έπαιρναν κοπέλες για πριβέ χορό αυτός αντί να τους καμαρώσει κοιτούσε το εποπτικό ύφος του νταβά που κοιτούσε τις κοπέλες όπως ένα αφεντικό τον σκύλο του και άλλες μικρές λεπτομέρειες που σε τέτοιες περιπτώσεις όμως κάνουν την διαφορά.

Η βραδιά κύλησε σχετικά ήρεμα με πληθώρα ανδρικού πληθυσμού να εισρέει και να εκρρέει από το μεγάλο δοχείο του ηδονισμού... Άλλωστε, τι ψάχνει να βρει όλος ο κόσμος αυτές τις μέρες? Λίγη αγάπη...

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007

Ωδή στο ανθρώπινο είδος

Μια φορά κι ένα καιρό πριν από πολλά-πολλά χρόνια, σε μία χώρα μακρινή ήταν ένα χωριό που το έλεγαν Utopia. Τις πρώτες μέρες τις δημιουργίας αυτού του χωριού, ο πανίσχυρος αρχηγός του με το όνομα "Εγώ-είμαι-και-κανένας-άλλος" ανέβηκε στον πιο ψηλό λόφο της περιοχής ώστε να τον βλέπουν όλοι οι κάτοικοι και βροντοφώναξε: "Κατέχω το σκήπτρο της δύναμης!!! Είμαι ο άρχοντας σας και από εδώ και στο εξής θα ορίζω την ζωή και τον θάνατο σας" Και όλοι οι χωρικοί υποκλίθηκαν φοβισμένοι μπροστά του καθώς αστραπές έσκιζαν τον σκοτεινό ουρανό πάνω από το χωριό. Με το πέρασμα του καιρού η δυστυχία βάραινε ολοένα και πιο πολύ τις ψυχές και τα κορμιά των κατοίκων.Η ζωή τους ήταν ανυπόφορη. Ο άρχοντας τους έβαζε να δουλεύουν ολημερίς κι οληνυχτίς για ένα κομμάτι ψωμί-ίσα ίσα για να ζήσουν ώστε να δουλέψουν και την επόμενη μέρα. Ώσπου ένα πρωινό αποφάσισαν στην επόμενη σελήνη να επιτεθούν στο κάστρο που έμενε ό άρχοντας και να τον ρίξουν από τον θρόνο του στα κατάμαυρα βάθη της θάλασσας. Ό "Εγώ-είμαι-και-κανένας-άλλος" όμως, σαν πανίσχυρος άρχοντας που ήταν πληροφορήθηκε το σχέδιο την επόμενη μόλις μέρα. Ωστόσο δεν είχε καμία δύναμη να αντιδράσει. Αυτή την κρίσιμη στιγμή ζήτησαν μυστική συνάντηση μαζί του κάτω από το φως του μισογεμάτου φεγγαριού μερικοί από τους πιο ισχυρούς πολίτες του χωριού. Η "Φιλοδοξία", η "Απληστία", η "Διχόνοια", και ο "Φόβος". Όλοι τους φορούσαν ρούχα μαύρα και μακριά με κουκούλες που κάλυπταν το πρόσωπο τους έτσι που με βίας διακρίνοντας οι μορφές τους στο σκοτάδι

- Τί θέλετε? ρώτησε απότομα ο άρχοντας

- Άρχοντα που δεν είσαι πια μεγάλος και τη ζωή μας δεν ορίζεις πια μήτε τον θάνατο μας ένα πράμα θέλουμε. Σπάσε το σκήπτρο της δύναμης και δώσε και σε εμάς από ένα κομάτι για να εξουσιάζουμε κι εμείς μαζί σου από το κάστρο σου. Αλλιώς περίμενε μέχρι την αυριανή σελήνη να έρθει ο χαμός σου

Ο άρχοντας δυσαρεστημένος από αυτή την τροπή των πραγμάτων αλλά μην έχοντας άλλη επιλογή διέταξε τους φρουρούς του να του φέρουν "Το Σφυρι των Καιρών". Τοποθέτησε το σκήτρο πάνω σε ένα βωμό που βρισκόταν στον πιο ψυλό πύργο του κάστρου και γύρω του μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι. Ο άρχοντας σήκωσε το σφυρί ψηλά στον αέρα και φώναξε:

-Εγώ που δεν θα είμαι ποτέ ξανά ένας, σας δίνω τα κομμάτια του σκήπτρου που ζητήσατε.

Και κατέβασε το σφυρί με όλη του τη δύναμη πάνω στο σκήπτρο και αυτό έσπασε στα πέντε μέσα σε μεγάλο θόρυβο και φλόγες που φώτισαν τη νύχτα.

Με την δύναμη που είχαν πλέον οι 5 οι οποίοι ονόμασαν τους εαυτούς τους "Οι Σοφοί" κυβερνούσαν για πολύ καιρό τον λαό του χωριού ο οποίος εξακολουθούσε να ζει μέσα στην μιζέρια και στην εξαθλίωση. Και οι χωρικοί πέθαιναν από την πείνα και τις αρρώστιες ενώ οι "Σοφοί" ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια στο κάστρο ψηλά στον λόφο του χωριού.

Μια μέρα, οι χωρικοί αφού δεν είχαν τίποτα να χάσουν πήγαν εξαγριωμένοι στο κάστρο και με μόνο όπλο τους τα γυμνά τους χέρια γκρέμισαν το κάστρο, σκότωσαν τους 5 και σκόρπισαν τα κομμάτια του σκήπτρου στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κερδίζοντας με αυτόν τον τρόπο την ελευθερία τους...

Τα χρόνια πέρασαν και οι χωρικοί ξέχασαν το όνομα της ελευθερίας τους. Στις προσπάθειες τους να το θυμηθούν της έδωσαν άλλα ονόματα. Την είπαν ¨δορυφορική τηλεόραση¨, "αυτοκίνητο", "χρήματα" και πολλά άλλα.

Το κακό όμως είναι ότι τα κομμάτια του σκήπτρου ξαναβρέθηκαν... Και δεν τους το έχει πει κανένας...



-------------------
Αφιερωμένο στον emporas
, τον blogger που με βοήθησε να φτιάξω το δικό μου ιστολόγιο

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007

Contemporary tales

Once upon a time there was a young man. That man was leading a usual life ... He had a family, friends, a pet, a computer and all the things normal people have. He thought he had everything he needed for being happy. One day while he was at work, he remembered that he forgot to go at the cafe and buy some cofee. So he decided to do it at that moment despite the yelling of his boss. The man was waiting impatiently at the queue thinking of his boss' shouting at him for his delay. When he reached the top of the queue he saw a beautiful girl at the position of the cashier. Her eyes were like summer breeze and her hair like silk falls. He subconsciouly smiled at her without knowing the reason... he was just feeling a profound hapiness... The girl smiled back at him and the world just stopped moving for a second.
The complaints of the man behind him at the queue interrupted his daydreaming and he left after dropping a last glance at the girl. During the passing of the days the boy and the girl got to know well each other... they even went on a date... The young man felt for the first time in his life that he was complete. One day the girl told him she had to go away, back to her family and the place where she belonged to. The young man could do nothing to prevent it so he thought "This is life... No one can have it all... live the moment and prison it in your memory". So the girl finally left in a dark night and the man just moved on with the memories soothing his sorrow.

His hapiness was complete no more