Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία-ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία-ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 25 Αυγούστου 2007

Ωδή στους εθελοντές

Αυτές τις κρίσιμες στιγμές που ολόκληρη η Ελλάδα καίγεται θα ήθελα να αφιερώσω το ακόλουθο ποίημα στους αδελφούς μου εθελοντές από τον Ερυθρό Σταυρό αλλά και σε όλους τους εθελοντές.


Θα σου δείξω έναν εθελοντή-Foley

Δείξε μου έναν άνθρωπο που εκπαιδεύεται ατελείωτες ώρες χωρίς πληρωμή,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που μία κραυγή αγωνίας προκαλεί την άμεση βοήθειά του,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που συντρίβεται όταν χάνονται ή καταστρέφονται ζωές,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που καλωσορίζεται σαν άνθρωπος της διπλανής πόρτας,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που περισσότερο χλευάζεται παρά επαινείται,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που το χερούλι του γκαράζ του είναι προς τα έξω,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που θυσιάζει την σπιτική ζωή, την τηλεόραση... ακόμα και τις προσωπικές στιγμές του,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που του ζητείται να δώσει κάτι παραπάνω από αφοσίωση,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.

Δείξε μου έναν άνθρωπο που του ζητείται να δώσει περισσότερα... και περισσότερα ...και περισσότερα,
Και εγώ θα σου δείξω έναν εθελοντή.








Κυριακή 19 Αυγούστου 2007

William Blake-The Tiger




Ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα του William Blake (από πολλούς θεωρείται ως ο συνεχιστής του John Milton καθώς έχει επηρρεαστεί βαθιά από αυτόν). Απολαύστε το...


Tiger, tiger, burning bright
In the forests of the night,
What immortal hand or eye
Could frame thy fearful symmetry?

In what distant deeps or skies
Burnt the fire of thine eyes?
On what wings dare he aspire?
What the hand dare seize the fire?

And what shoulder and what art
Could twist the sinews of thy heart?
And, when thy heart began to beat,
What dread hand and what dread feet?

What the hammer? what the chain?
In what furnace was thy brain?
What the anvil? what dread grasp
Dare its deadly terrors clasp?

When the stars threw down their spears,
And watered heaven with their tears,
Did He smile His work to see?
Did He who made the lamb make thee?

Tiger, tiger, burning bright
In the forests of the night,
What immortal hand or eye
Dare frame thy fearful symmetry?

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2007

Edgar Alan Poe- The conqueror worm



Πρέπει να ομολογήσω ότι με την ξένη λογοτεχνία δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα (ούτε με την ελληνική θα έλεγα). Μέχρι στιγμής ο μόνος ξένος λογοτέχνης που με είχε εντυπωσιάσει και θεωρούσα(και ακόμα τον θεωρώ) τον αγαπημένο μου ήταν ο Τζον Μίλτον με το έργο του "Paradise Lost"(Και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όσους δεν θα τους κουράσει η αρχαϊζουσα αγγλική΄-μπορώ να σας το δώσω-το έχω σε pdf). Προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα άλλον ένα που με συγκλόνισε ο τρόπος γραφής του, τον Έντγκαρ Αλαν Πόε. Παρακάτω σας αναπαράγω το ποίημα του "The conqueror worm" ένα ποίημα αφιερωμένο στη θνησιμότητα του ανθρώπου, ένα ποίημα που δημιουργεί ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, ένα ποίημα που τουλάχιστον εμένα με παρέπεμψε στο "ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης"... Ελπίζω να γνωρίζετε αγγλικά. Θα μπορούσα να σας μεταφράσω το ποίημα αλλά τότε θα έχανε σίγουρα κάτι από το μέτρο του...

Lo! 'tis a gala night
Within the lonesome latter years!
An angel throng, bewinged, bedlight
In veils, and drowned in tears,
Sit in a theatre, to see
A play of hopes and fears,
While the orchestra breathes fitfully
The music of the spheres.

Mimes, in the form of God on high
Mutter and mumble low,
And hither and thither fly;
Mere puppets they, who come and go
At bidding of vast formless things
That shift the scenery to and fro,
Flapping from out their condor wings
Invisible woe!

That motley drama!--oh, be sure
It shall not be forgot!
With its Phantom chased for evermore,

By a crowd that seize it not,
Through a circle that ever returneth in
To the self-same spot;
And much of Madness, and more of Sin
And Horror, the soul of the plot!

But see, amid the mimic rout
A crawling shape intrude!
A blood-red thing that writhes from out
The scenic solitude!

It writhes!--it writhes!--with mortal pangs
The mimes become its food,
And the seraphs sob at vermin fangs
In human gore imbued.

Out--out are the lights--out all!
And over each quivering form,
The curtain a funeral pall,
Comes down with the rush of a storm---
And the angels, all pallid and wan,
Uprising, unveiling, affirm
That the play is the trajedy, "Man,"
And its hero, the conqueror Worm.